Άρθρο του Αλ.Φλαμπουράρη στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» για τα 50 χρόνια από τη διάσπαση του Κ.Κ.Ε.

Άρθρο του Αλ.Φλαμπουράρη στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» για τα 50 χρόνια από τη διάσπαση του Κ.Κ.Ε.

«Να αγγίξουμε ψυχές, να ραγίσουμε καρδιές, να δώσουμε στροφές στα μυαλά»

(«Νέα Σελίδα», 04.02.2018)

 

Σε όλους όσοι τα ζήσαν, σ΄αυτούς που θα διαβάσουν, κυρίως όμως σ΄αυτούς τους νέους και τις νέες που προσπαθούν από κάπου να πιαστούν που θέλουν να πορεύονται ονειρευόμενοι που ξέρουν ότι οι αξίες δεν είναι τα χρήματα και η αγορά δεν είναι οι σκληροί πόλεμοι που θέλουν να αφανίσουν λαοί, λαούς λες και έχουν τίποτα μεταξύ τους

Κράτησα τη ζωή μου,[1] ταξιδεύοντας μ’ αυτούς που τραγουδούσαν συχνά για τις μέρες που θα’ρχονταν φορτωμένες πολύχρωμα οράματα [2]. Για την ημέρα που ο άνθρωπος δεν θα εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο. Που κάποτε νομίσαμε, πως βρήκαμε το δρόμο. Και ο δρόμος δεν ήταν…. Κινήσαμε για μακρινό ταξίδι, κι η νύχτα φαρμακώνει τα φιλιά…[3]

Φαρμακωμένος το Φλεβάρη του 1968, φαντάρος, χαρακτηρισμένος αμετανόητος κομμουνιστής κάπου ψηλά στα σύνορα, μετά από ανάκληση της αναβολής μου λόγω σπουδών. Με ανάγκασαν να διαλέξω τον χωρισμό ενώ εγώ περίμενα την μεγαλύτερη δυνατή ενότητα του Λαού για να πολεμήσει την Χούντα και τη σκλαβιά και διάλεξα και πορεύομαι, πενήντα ολόκληρα χρόνια, μαζί μ’αυτούς που δεν καταδέχτηκαν τους πραιτωριανούς και τις μάταιες βεβαιότητες. Που παραδέχτηκαν, με γενναιότητα εκείνη την ταραγμένη εποχή, το απρόβλεπτο της Ιστορίας ενώ ταυτόχρονα αμφισβήτησαν τις θεωρίες της νομοτέλειας. Που δεν έκλεισαν τα μάτια στις αυθαιρεσίες της κομματικής ιεραρχίας, σε μια εποχή που το κόμμα ήταν ιερό και που ήδη στην πατρίδα η χούντα είχε επιβληθεί.

Είχαμε ήδη καταλάβει, ότι η ποθούμενη «Επανάσταση» δεν ήταν δρόμος εύκολος, όμορφος και μυρωδάτος. Πως τα πρόσωπα διατηρούσαν τα πάθη και τις ιδιοτέλειές τους και στις επαναστατικές συνθήκες αλλά και στους αγώνες. Και ήδη φαινόταν καθαρά ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως περιμέναμε ούτε ως θεωρία αλλά ούτε και ως πρακτική. Τόσοστις χώρες που εφαρμοζόταν το πείραμα όσο και στα κόμματα των άλλων χωρών που συντάσσονταν μ’αυτό, όπως το δικό μας, τότε ενιαίο, ΚΚΕ.

Οι «αναθεωρητές» – άραγε πόσο τραγικό να λοιδωρείται αυτός που ψάχνεται και ερευνά- εξωθήθηκαν από την δογματική ηγεσία με μια επιχείρηση εκκαθάρισης, επειδή διεκδίκησαν να βελτιωθεί η πολιτική και η κομματική λειτουργία καθώς και την αυτονομία του κόμματος από την πολιτική της ΕΣΣΔ, που έδειχνε ήδη τα δόντια της στην ενωμένη τότε Τσεχοσλοβακία. Ο Μάης του 68 στο Παρίσι και την Ευρώπη που ενθουσίασε εκατομμύρια νέους και νέες βρήκε την ηγεσία του κόμματος «μουδιασμένη». Η «μητέρα» ΕΣΣΔ αλλά και το εγχώριο κατεστημένο είχαν κάθε λόγο να στηρίξουν τους «ορθόδοξους». Προφανώς.

΄Ετσι, αναγκαστικά αλλά πολύ επώδυνα, γεννήθηκε το πιο ζωντανό και πιο δημιουργικό κομμάτι της ελληνικής αριστεράς. Το πιο ελπιδοφόρο. Οι άνθρωποι, που ζούσαν μέσα στην ελληνική κοινωνία, που διακλαδίστηκαν στο πλήθος [4], προσπαθώντας να κατανοήσουν την πραγματικότητά της, χωρίς να νοιάζονται να γίνουν τα αφεντικά της. Που πάλεψαν για το δίκιο χωρίς να συμπεριφέρονται ως οι ιδιοκτήτες του, που παλεύουν για την αλήθεια όχι όμως τη μοναδική τους τη δική τους αλήθεια. Που μάχονται εδώ και σήμερα και για το παραμικρό πολλές φορές και για το αυτονόητο. Η εστία που βρήκαν -και βρίσκουν ακόμη-γωνιά ν’ακουμπήσουν [5] οι αδικημένοι, χωρίς κανείς να τους κρίνει και να τους ξεδιαλέγει.

Διάλεξα, λοιπόν, αυτούς που θέλουν να είναι οι ίδιοι αριστεροί και όχι «εκπρόσωποι της Αριστεράς». Αυτούς που ψάχνουν διαρκώς, που αναθεωρούν και που δοκιμάζονται, όχι πάντα με επιτυχία αλλά πάντως δοκιμάζονται. Που εμπιστεύονται τους ανθρώπους και όχι την δική τους Σοφία, την Επιστήμη και όχι τον εμπειρισμό τους. Οιδικές μας ελπίδες μας, άλλωστε, δεν γκρεμίστηκαν με το «Τείχος», είχαμε διαβλέψει την εκτροπή, αλλά διεκδικούν το αύριο.

Διάλεξα και είμαι με αυτούς που θα αναζητούν πάντοτε, ακόμη και στα τυφλά κάποιες φορές, τον τρόπο που θα νικήσουν οι αδικημένοι. Αλλά έχουν το νου τους, πώς γίνεται όταν νικήσεις να μην αδικήσεις.

Και αξιώθηκα, σ’αυτό το ταξίδι, να δω τη σημασία της μικρής, της ελάχιστης, νίκης. ΄Εστω και μόνο για να σωθούν οι πρόσφυγες, οι κατ’εξοχήν «κολασμένοι» της εποχής. ΄Εστω για να διατυπώνεται επίμονα και ηχηρά σήμερα το αίτημα των πολλών. Για να βρισκόμαστε στη μεγάλη συζήτηση για το αύριο. Για να πάρουν, με τη σιγουριά των αξιών και του αγώνα μας, τη σειρά τους οι νεώτεροι, να παλέψουν για το δίκιο, στο φως και με συντροφικότητα. Από αυτούς, από μας, που πήραμε τότε τον δρόμο χωρίς χάρτη, χωρίς ισχυρούς προστάτες, σημαίες και σύμβολα συχνά όρθιοι και μόνοι στη φοβερή ερημία του πλήθους [6], με μοναδική δύναμη την ψυχή μας και τις αξίες μας -αλλάκαι με τρυφερότητα στους ανύποπτους συντρόφους που λοιδωρούσαν: «και πώς να τον βρίσεις, κάθαρμα, όταν έχει κάτσει είκοσι χρόνια φυλακή;» [7].

ΥΓ1: ΄Αφησα συνειδητά στην άκρη τα γεγονότα, τις περιστάσεις και τις πολιτικές κρίσεις. Πιο αληθινό τρόπο δεν βρίσκω να πω για τη ζωή μας από ανακατεμένα τα λόγια των ποιητών Ακόμα και το μίσος ενάντια στην ευτέλεια παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά. Ακόμα κι η οργή ενάντια στην αδικία βραχνιάζει τη φωνή. Αλλοίμονο, εμείς που θέλαμε να ετοιμάσουμε το δρόμο στη φιλία, δεν καταφέρναμε να’μαστε φίλοι ανάμεσά μας. ΄Όμως εσείς, όταν θα’ρθει ο καιρός ο άνθρωπος να βοηθάει τον άνθρωπο Να μας θυμάστε Με κάποιαν επιείκεια [8].

ΥΓ2: Το 68 υπήρξε και το ευχάριστο γεγονός « Η κατάκτηση από την ΑΕΚ του Ευρωπαϊκού κυπέλλου Μπάσκετ».

 

[1] Γιώργος Σεφέρης, «Επιφάνεια»

[2] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χάρης 1944»

[3] Μάνος Ελευθερίου, «Τροπάρια για φονιάδες»

[4] Μιχάλης Κατσαρός, «Κατά Σαδδουκαίων»

[5] Τάσος Λειβαδίτης, «Την πόρτα ανοίγω το βράδυ»

[6] Μανόλης Αναγνωστάκης

[7] Μανόλης Αναγνωστάκης

[8] Μπρέχτ, «Στους μεταγενεστέρους»