Κυρία Πρόεδρε,
Αξιότιμοι πρώην Πρωθυπουργοί,
Αξιότιμοι εκπρόσωποι των κομμάτων,
Κυρίες και κύριοι,
To Συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης διεξάγεται εντός μιας μακράς περιόδου τεκτονικών πολιτικών και κοινωνικών ανακατατάξεων και βαθύτατων μετασχηματισμών στο έδαφος που δημιούργησε η κρίση αλλά κυρίως οι πολιτικές διαχείρισής της.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη είναι ακριβώς αυτή η διαχείριση που έχει προκαλέσει ρήγματα στην ηγεμονία των μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες αναμφισβήτητα κυρίαρχων δυνάμεων των προηγούμενων δεκαετιών.
Ρήγματα που παραμένουν ενεργά στο βαθμό που οι πολιτικές ελίτ βαθαίνουν τις κοινωνικές και μισθολογικές ανισότητες, επιτίθενται στην εργασία προς όφελος του κεφαλαίου και επιχειρούν διαρκώς να διευρύνουν την επικράτεια του κέρδους σε βάρος των κοινών αγαθών.
Όσο λοιπόν οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρώπη προσπαθούν να επιβάλλουν νέους όρους κεφαλαιακής συσσώρευσης στη βάση της έντασης της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού αποκλεισμού, η κρίση ηγεμονίας τους όχι μόνο θα σοβεί αλλά θα εντείνεται.
Εκκρεμεί λοιπόν μια απάντηση. Ποια πολιτική δύναμη και με ποιο πολιτικό σχέδιο, θα καταφέρει να επικρατήσει ώστε να καθορίσει τις εξελίξεις για την επόμενη μέρα της Ευρώπης και των λαών της.
Η απάντηση σήμερα δεν είναι σαφής. Διότι τα πολιτικά σχέδια και οι φορείς τους βρίσκονται σε μια άλλοτε σιωπηρή άλλοτε πιο οξυμένη κοινωνική σύγκρουση. Και πέραν του βασικού παίχτη, που είναι η παραδοσιακή συντηρητική οικογένεια της Ευρωπαϊκής Δεξιάς, υπάρχουν ακόμη δύο παίκτες που αναδύονται.
Από τη μία η ακροδεξιά. Που οραματίζεται μια ακραία αντικοινωνική προοπτική για τους λαούς των χωρών της Ευρώπης και πολιτεύεται με έναν απόλυτα διχαστικό τρόπο με βασικό οδηγό την ξενοφοβία και τον απροσχημάτιστο ρατσισμό αλλά και τον εθνικισμό.
Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι αν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, είτε προέρχονται από τη Δεξιά είτε από την παραδοσιακή Κεντροαριστερά, όσο και αν αυτές οι δυνάμεις καυχιούνται ότι επικράτησαν της ακροδεξιάς σε μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων, δεν μπορούν να αποτελέσουν σε καμία περίπτωση τη λύση στα προβλήματα που παράγει η επιμονή στα δόγματα της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού.
Η επιμονή στους όρους στη βάση των οποίων έγινε η διαχείριση της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξέσπασε το 2008 και η οποία βασίστηκε στους όρους οικοδόμησης της Ευρωζώνης που αποφασίστηκε δύο δεκαετίες νωρίτερα.
Διότι αυτές οι δυνάμεις, με την προσήλωσή τους στη λιτότητα και στους συγκεκριμένους όρους διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, οδηγούν την κοινωνία στην όξυνση των ανισοτήτων, στην ακόμα μεγαλύτερη περιθωριοποίηση, τον ακόμα μεγαλύτερο αποκλεισμό και αποτελούν τη βασική αιτία για την άνοδο των ξενοφοβικών και ρατσιστικών κομμάτων στην Ευρώπη.
Άρα βρισκόμαστε μακριά ακόμα από το συμπέρασμα ότι η ακροδεξιά έχει πάψει να αποτελεί απειλή επειδή υπήρξαν δύο ή τρία εκλογικά αποτελέσματα τους προηγούμενους μήνες στην Ευρώπη που για λίγο καιρό απομάκρυναν τον κίνδυνο μιας ακροδεξιάς διακυβέρνησης σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωζώνης ή της ΕΕ, είτε μιλάμε για τη Γαλλία, είτε μιλάμε για την Αυστρία ή την Ολλανδία. Διότι οι αιτίες που αύξησαν την πολιτική επιρροή της ακροδεξιάς είναι ακόμα εδώ.
Από την άλλη πλευρά και απολύτως αντιπαραθετικά με το σχέδιο των νεοφιλελεύθερων ελίτ και της ακροδεξιάς, βρίσκεται η Αριστερά.
Μια Αριστερά που δεν πρέπει να πολιτεύεται ούτε ως ρομαντική φωνή στον ορυμαγδό της real politik, ούτε όμως ως συμπλήρωμα στα κόμματα του νεοφιλελεύθερου τόξου.
Και θέτει συγκεκριμένες προτεραιότητες: την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, την προστασία και διεύρυνση των εργασιακών δικαιωμάτων, την αντιστροφή της τάσης απορρύθμισης της αγοράς εργασίας για την οποία μέχρι στιγμής πολύ λίγα έχουν ακουστεί, τη δίκαιη διανομή του παραγόμενου πλούτου και φυσικά την προστασία του περιβάλλοντος.
Και είναι στη βάση αυτών των προταγμάτων που η Αριστερά διευρύνει την επιρροή της και ταυτόχρονα διαμορφώνει δυνατότητες συνεννόησης και ώσμωσης με τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.
Και σε αυτό το πεδίο υπάρχουν τα πρώτα αισιόδοξα μηνύματα. Οι εξελίξεις στην Ισπανία, με την προσέγγιση των Σοσιαλιστών και της Αριστεράς, όπως επίσης και ανάλογες θετικές εξελίξεις στην Πορτογαλία, δείχνουν ότι υπάρχουν δυνατότητες συνεννόησης και κοινής δράσης όταν υπάρχει σαφής βούληση για μια αριστερόστροφη κατεύθυνση αυτών των προγραμματικών συγκλίσεων.
Και δεν πρέπει να μένει καθόλου εκτός πλαισίου, η πολύ μεγάλη επιτυχία των Εργατικών του Jeremy Corbyn στη Μεγάλη Βρετανία. Μια επιτυχία που βασίστηκε σε μια ριζοσπαστική πολιτική στρατηγική που σηματοδότησε το διαζύγιο των Βρετανών Εργατικών με τη χρεοκοπημένη γραμμή του Μπλερισμού, τη γραμμή δηλαδή της σύμπλευσης της σοσιαλδημοκρατίας με τις δυνάμεις του απόλυτου νεοφιλελευθερισμού και η οποία αποτέλεσε υπόδειγμα για πολύ μεγάλο τμήμα των ευρωπαίων σοσιαλιστών που οδηγήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες ακριβώς σε αυτήν την ταύτιση με τις νεοφιλελεύθερες ιδέες και απαξίωσαν έτσι ιστορικές παραδόσεις, καταβολές και εμπειρίες αλλά και την ίδια την καταγωγή αυτής της πολιτικής οικογένειας που προέρχεται φυσικά από την κοινή μήτρα του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος.
Με δεδομένη λοιπόν την κοινωνική και πολιτική ρευστότητα της περιόδου ο νέος πολιτικός συσχετισμός και άρα το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών θα είναι το αποτέλεσμα μιας σκληρής, μιας αδυσώπητης πολιτικής σύγκρουσης.
Μιας συνολικής αντιπαράθεσης πλήρως ανταγωνιστικών αρχών, αξιών και υποδειγμάτων οργάνωσης της κοινωνίας. Και σε μια τέτοια αντιπαράθεση δεν μπορούν να υπάρξουν ίσες αποστάσεις, δεν μπορούν να υπάρξουν ουδετερότητες, δεν μπορούν να υπάρξουν σχήματα ενιαίας εθνικής συνεννόησης. Ακριβώς επειδή είναι αυτή η πολιτική συγκυρία που ορίζει τις μάχες που πρέπει να δοθούν και δεν είναι τα πολιτικά υποκείμενα.
Κυρίες και Κύριοι,
Αν κάτι μπορεί να ισχυριστούμε με βεβαιότητα, είναι το ότι η εισαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς της επιτροπείας και των μνημονίων, διέρρηξε παραδοσιακές πολιτικές εκπροσωπήσεις και διαμόρφωσε νέες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.
Το πολιτικό τοπίο στη χώρα άλλαξε, απόρροια των πολιτικών επιλογών των δύο ισχυρότερων κομμάτων της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η ελληνική Σοσιαλδημοκρατία, υπέστη ιστορικές απώλειες, παρά το ότι διατηρούσε την παρακαταθήκη σημαντικών κατακτήσεων και προοδευτικών τομών κατά τη δεκαετία του 1980.
Η πολιτική ευθύνη του ΠΑΣΟΚ όσον αφορά τις αιτίες αλλά και τη διαχείριση της κρίσης, αποδόθηκαν από τον ελληνικό λαό. Και δεν χρειάζεται να επεκταθώ στην κριτική που έγκαιρα διατύπωσε η ριζοσπαστική αριστερά απέναντι στο φορέα της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα, ειδικά από το βήμα αυτού του συνεδρίου.
Τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, αυτή η περίοδος ανακατατάξεων – στην οποία αναφέρθηκα αρχικά – δεν μπορεί να είναι ατέρμονη. Η κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης, αίρεται ή μάλλον αμβλύνεται, όταν αρχίζουν να υποχωρούν και οι αιτίες που την προκάλεσαν. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι άμα τη λήξει της, τα πάντα επιστρέφουν στη στιγμή της εμφάνισης της.
Στην ελληνική περίπτωση, έχουμε τη σταδιακή αποκρυστάλλωση ενός νέου πολιτικού συσχετισμού ο οποίος αποτυπώθηκε άλλωστε και στις εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων πέντε ετών.
Η υπέρβαση της κρίσης και η επερχόμενη έξοδος από τα μνημόνια και την επιτροπεία, στο τέλος του τρέχοντος προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, αποτελούν ορόσημο για την μελλοντική πορεία της ελληνικής οικονομίας αλλά και της ελληνικής κοινωνίας.
Στη βάση αυτού του ορόσημου, διαμορφώνονται τα ανταγωνιστικά πολιτικά σχέδια και η επικράτηση του ενός ή του άλλου θα κρίνει και την πορεία της μεταμνημονιακής Ελλάδας.
Από τη μία πλευρά το πολιτικό σχέδιο που εκπορεύεται από τις δυνάμεις της νεοφιλελεύθερης, συντηρητικής ελληνικής δεξιάς και εκφράζεται σαφώς από τη ΝΔ.
Ένα σχέδιο που στον τομέα της οικονομίας συμπυκνώνεται στην εμβάθυνση της στρατηγικής της εσωτερικής υποτίμησης και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους.
Οι ανάλογες εξαγγελίες έχουν γίνει άλλωστε από τη ΝΔ: πλήρης απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, κατάργηση των βασικών πυλώνων της κοινωνικής προστασίας, περικοπή δαπανών στο κοινωνικό κράτος, την υγεία, την παιδεία, εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, παράδοση σε ιδιωτικά συμφέροντα μιας σειράς κομβικών δημοσίων αγαθών, φοροαπαλλαγές στην ολιγαρχία του πλούτου.
Αυτό το πολιτικό σχέδιο, δεν εξαντλείται όμως μονάχα στην οικονομία. Η ελληνική δεξιά, δεν υπήρξε ποτέ φειδωλή στην ιδεολογική αντιπαράθεση και παρά τα βήματα που έγιναν τις πρόσφατες δεκαετίες, σήμερα μοιάζει να επανέρχεται στις ιδρυτικές ιδεολογικές ρίζες της.
Διότι λίγη σχέση έχει με την κεντροδεξιά, ένα κόμμα του οποίου τη στρατηγική ορίζουν στελέχη περιβόητων ακροδεξιών σχηματισμών, πολιτεύεται απέναντι στην Αριστερά με ακατάσχετη λασπολογία και κινείται διαρκώς στα όρια της προβοκάτσιας, αναπαράγοντας κατά καιρούς και διχαστικά στερεότυπα για τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Πρόκειται για ένα κόμμα που πριν από λίγες μέρες ο ίδιος του ο αρχηγός αντιμετώπισε μια ναζιστική εγκληματική οργάνωση, «σα να μην υπάρχει».
Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχει ένα ανταγωνιστικό προοδευτικό πολιτικό σχέδιο, το οποίο σήμερα επιδιώκει να εκφράσει ο ΣΥΡΙΖΑ και η σημερινή κυβέρνηση.
Ένα συνολικό σχέδιο ριζοσπαστικών αλλαγών, στην οικονομία, την εργασία, το κοινωνικό κράτος, την τοπική αυτοδιοίκηση.
Με παραγωγή νέου πλούτου και στήριξη στους τομείς που η χώρα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα και με βασικό μέλημα να αξιοποιήσουμε το πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό των χιλιάδων νέων επιστημόνων, που στα χρόνια της κρίσης έφτασαν να αντιμετωπίζονται ως πλεονάζον προσωπικό σε επιχείρηση υπό εκκαθάριση.
Διότι ξέρετε, όσοι θεωρούν ότι μπορούν να στηρίξουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε μοντέλα τα οποία ξεκίνησαν να κερδίζουν την πολιτική και οικονομική ηγεμονία επί Θάτσερ, δηλαδή σε μοντέλα τα οποία στοχεύουν μόνο και αποκλειστικά στη μείωση του μισθολογικού κόστους και την πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας δεν έχουν καμία τύχη ούτε να δώσουν τέλος στην κρίση ηγεμονίας αλλά ούτε και να επιτύχουν τον υποτιθέμενο στόχο τους.
Άρα λοιπόν το σχέδιο αυτό πρέπει να είναι ένα σχέδιο που θα πρέπει να υπακούει σε συγκεκριμένες αρχές και συγκεκριμένες αξίες.
Με θέσεις πλήρους εργασίας, σταθερές και αξιοπρεπώς αμειβόμενες.
Με επενδύσεις σε έργα και υποδομές προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και με σεβασμό στο περιβάλλον.
Με τη δημιουργία ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους, όπως αρμόζει σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα.
Με σεβασμό στις ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα. Χωρίς διακρίσεις με βάση την καταγωγή, το φύλο, τη θρησκεία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό.
Αυτά είναι μονάχα τα βασικά σημεία μιας στρατηγικής που είναι ανάγκη να αποτελέσει υπόθεση όχι μόνο ενός κόμματος αλλά να τύχει ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής στήριξης.
Διότι όπως έχει αποδείξει η εμπειρία, ειδικά των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, οι μεγάλες προοδευτικές τομές απαιτούν πλατιές κοινωνικές συμμαχίες.
Η Αριστερά, επιδιώκει να είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης για την υλοποίηση αυτού του προοδευτικού σχεδίου που θα βγάλει τη χώρα και το λαό από τα αδιέξοδα που παράγει η κρίση.
Οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας, είναι μεγάλες. Είναι ανοιχτό το ερώτημα της επόμενης μέρας για την Ελλάδα μετά τα μνημόνια, για την Ευρώπη μετά την κρίση.
Και νομίζω είναι σαφές ότι σε αυτό το ερώτημα αποκλείεται ως απάντηση, μια στρατηγική εθνικής συναίνεσης ή συνεννόησης, με τη συμμετοχή της ΝΔ ως δήθεν αναγκαίας για να αποκρουστούν οι έξωθεν επιβολές και οι οικονομικοί εκβιασμοί. Διότι τυγχάνει ξέρετε πολλές από τις αντικοινωνικές έξωθεν επιβολές και πολλοί από τους εκβιασμούς για συγκεκριμένα μέτρα να είναι ταυτόσημοι με το πολιτικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας.
Τα πολιτικά σχέδια της Αριστεράς και της Δεξιάς ήταν, είναι και θα παραμείνουν ασυμφιλίωτα και ευθέως ανταγωνιστικά.
Στο ερώτημα της επόμενης μέρας, επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει δυστυχώς η πολυτέλεια των ίσων αποστάσεων. Καθένας κρίνεται με βάση τα μέτωπα που θα ανοίξει, τις ιεραρχήσεις που θα θέσει, τις μάχες που είναι έτοιμος να δώσει, τα συμφέροντα που επιδιώκει να εκπροσωπήσει και να υπηρετήσει. Και η κεντροαριστερά θα κριθεί από τις επιλογές που θα κάνει σε αυτή την ιστορική καμπή.
Η Αριστερά, θα είναι εξάλλου εκεί που βρισκόταν πάντα. Στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών, στο πλάι του εργαζόμενου λαού και των υποτελών τάξεων. Πάντα έτοιμη να σηκώσει το βάρος της ευθύνης που της αναλογεί.
Σας εύχομαι καλή επιτυχία στις διαδικασίες του Συνεδρίου σας.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ