Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, είναι προφανές ότι παρά τις περί του αντιθέτου προβλέψεις της Αντιπολίτευσης, διαφόρων εκπροσώπων της πολιτικής ελίτ που έχουν αποσυρθεί και πλέον παρεμβαίνουν δια τηλεοράσεως, της παλιάς κρατικοδίαιτης επιχειρηματικής ελίτ, διαφόρων δημοσιογράφων, γραφιάδων, εκδοτών, διανοούμενων και φιλοσόφων της εξουσίας και κάθε λογής άλλων εκπροσώπων του παλιού πολιτικού συστήματος, που έφερε τη χώρα στο χείλος της καταστροφής, είμαστε ακόμα εδώ. Κάθε σχέδιο υπονόμευσης, παρένθεσης, κατάρρευσης έχει πέσει στο κενό.

Κάθε επιθυμία παλινόρθωσης και εκδικητικής επιστροφής, που θα ισοδυναμούσε με δικαίωση των επιλογών που μας οδήγησαν στην τραγωδία της χρεοκοπίας το 2010, αποδείχθηκε φρούδα.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Το σχέδιο της «αριστερής παρένθεσης» που βασίστηκε στην τακτική της χρηματοπιστωτικής ασφυξίας το πρώτο εξάμηνο του 2015; Τα λογής παραπολιτικά σενάρια πριν τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015; Τις προβλέψεις για πρόωρες εκλογές πριν κλείσει καν η πρώτη αξιολόγηση; Τις άλλες προβλέψεις και την επιχείρηση υπονόμευσης κατά τη διάρκεια της δεύτερης αξιολόγησης που στήθηκε πάνω στις παράλογες απαιτήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου; Το «Τόσα και άλλα τόσα μέτρα»; Τα παρακάλια στη γερμανική Κυβέρνηση να στυλώσει τα πόδια και να μην ολοκληρώσει τη συμφωνία το καλοκαίρι του 2017; Και παρόλα αυτά, σήμερα είμαστε ακόμα εδώ για να προτείνουμε και να ψηφίσουμε άλλον έναν προϋπολογισμό, τον τελευταίο μνημονιακό προϋπολογισμό και να βαδίσουμε με σταθερότητα στην έξοδο από την κρίση και την επιτροπεία.

Τον Αύγουστο του 2018, όσο κι αν κάποιοι δεν το θέλουν, ολοκληρώνεται το τρίτο πρόγραμμα και, μάλιστα, με επιτυχία. Και η αντιπολιτευτική ρητορική σήμερα απέναντι στην Κυβέρνηση και απέναντι σε αυτήν την προφανή πολιτική της επιτυχία, συμπυκνώνεται πια σε δύο, μάλλον εντελώς αντιφατικά μεταξύ τους, επιχειρήματα.

Το πρώτο επιχείρημα που είχε ακουστεί κατά κόρον και στην περσινή συζήτηση, αλλά και σήμερα ακόμα το ψελλίζουν -με ελάχιστη, βεβαίως, πειστικότητα πια- διάφοροι συμμετέχοντες στην κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου του 2012 – 2015, είναι ότι δήθεν η χώρα ήταν έτοιμη να βγει εκτός μνημονίων με τη λήξη του 2014 και ότι ήταν η επιλογή της μετωπικής αντιπαράθεσης με τους δανειστές που οδήγησε στο τρίτο πρόγραμμα. Αναρωτιέμαι ειλικρινά αν όντως όσοι το επαναλαμβάνουν, το πιστεύουν. Αν συμβαίνει αυτό, τότε είναι αφελείς. Αν απλώς το θεωρούν βολικό, είναι απλώς κυνικοί.

Για να δούμε αν αντέχει αυτό το πολιτικό επιχείρημα και αυτό το πολιτικό αφήγημα στη βάσανο της κριτικής.

Ποιοι ήταν οι στόχοι του δεύτερου προγράμματος σε γενικές γραμμές; Επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2014 ύψους 1,5%, που θα έπρεπε να εκτιναχθεί το 2015 στο 3% και το 2016 στο 4,5%, για να παραμείνει εκεί περίπου μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίες, δηλαδή περίπου μέχρι το 2025, για να φτάσουμε σε ένα μέσο όρο 4% πρωτογενούς πλεονάσματος μέχρι το 2031.

Και τι έδειξε το αποτέλεσμα του 2014, κυρίες και κύριοι Βουλευτές;

Πρώτον, πρωτογενές πλεόνασμα 0,2%. Δημοσιονομικό κενό, δηλαδή, περίπου για το 2015, 2,8% -αυτό σημαίνει μέτρα ύψους 6 δισεκατομμυρίων μόνο για το 2015- και αναιμική ανάπτυξη στο 0,8%, που βασίστηκε στη δημοσιονομική αποτυχία, διότι πάντα με βάση το πρόγραμμα στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην τόνωση της κατανάλωσης.

Δεύτερον, ανεργία στο 27%, καμία βελτίωση στα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, όπως ο δείκτης της οικονομικής εμπιστοσύνης, η βιομηχανική παραγωγή, οι άμεσες ξένες επενδύσεις, οι εξαγωγές κοκ.

Και τρίτον, μία πέμπτη αξιολόγηση ανοιχτή, ορθάνοιχτη, η οποία προέβλεπε σειρά μέτρων, που αρκετά από αυτά ανασχέθηκαν στη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2015, του εξαμήνου που εσείς επιμένετε να ονομάζετε «καταστροφικό». Για παράδειγμα, θυμίζω τα εξής: Ρήτρα μηδενικού ελλείμματος για τις επικουρικές συντάξεις. Υλοποίηση του σχεδίου για τη μικρή ΔΕΗ. Πλήρης κατάργηση της προστασίας για την πρώτη κατοικία. Απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, μαζικές απολύσεις, lock out και άλλα πολλά, ων ουκ έστιν αριθμός. Επίσης, κανένα σαφές σχέδιο και καμία απολύτως δέσμευση για τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους πέρα από τη γενικόλογη υπόσχεση του Νοεμβρίου του 2012. Μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα, κανένα μαξιλάρι ρευστότητας για την υποστήριξη πιθανής εξόδου στις αγορές και φυσικά αποτυχημένη έξοδος στις αγορές το καλοκαίρι του 2014.

Πού στηριζόταν, λοιπόν, η ρητορική περί «success story» και η πρόβλεψη ότι το πρόγραμμα ολοκληρώνεται με επιτυχία; Στην επιθυμία της τότε πολιτικής ηγεσίας, ώστε η τρόικα να κάνει τα στραβά μάτια και να χαρίσει την ολοκλήρωση του δεύτερου προγράμματος στον κ. Σαμαρά και στον κ. Βενιζέλο, για να αποφύγουν, υποτίθεται, τον κίνδυνο του ΣΥΡΙΖΑ. Να κλείσουν, δηλαδή, άρον  – άρον την πέμπτη αξιολόγηση, χωρίς να καλύψουν το δημοσιονομικό κενό και να τους χαρίσουν και μια πιστοληπτική γραμμή που υπήρχε μόνο στη φαντασία τους και πουθενά αλλού, καθώς κανένας από τους θεσμούς, κανένας στο διεθνές στερέωμα δεν συζητούσε για μια τέτοια πιθανότητα.

Και είναι ακριβώς αυτή η ανεκπλήρωτη φαντασίωση που επιτρέπει σήμερα στον κ. Σαμαρά να ισχυρίζεται ότι τον έριξαν οι σύμμαχοί του. Λοιπόν, όχι, δεν τον έριξαν οι σύμμαχοί του.

Τον έριξε η καταστροφική συμφωνία την οποία είχε υπογράψει και με σθένος και με φανατισμό την υλοποιούσε. Και σήμερα η Νέα Δημοκρατία θέλει να μας επιστρέψει σε αυτές τις λογικές του δεύτερου προγράμματος. Και τον έριξε, επίσης -ευτυχώς- ο ελληνικός λαός.

Σήμερα πού βρισκόμαστε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές; Σε μία εντελώς διαφορετική κατάσταση. Ολοκληρώνουμε με επιτυχία ένα δύσκολο, βεβαίως, πρόγραμμα προσαρμογής, ένα πρόγραμμα που εμπεριέχει πολλά στοιχεία πολιτικής, με τα οποία δεν θα συμφωνούσαμε ποτέ, αλλά επιβλήθηκαν υπό γνωστούς όρους και συνθήκες το καλοκαίρι του 2015. Ωστόσο, το πρόγραμμα αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με το δεύτερο πρόγραμμα, αλλά και όσα μας περίμεναν με βάση το δεύτερο πρόγραμμα.

Η δημοσιονομική προσαρμογή, που σήμερα έχει επιτευχθεί και ολοκληρωθεί, είναι σαφώς ηπιότερη της προηγούμενης. Στην πραγματικότητα, είναι «η μέρα με τη νύχτα». Τι σχέση έχουν οι στόχοι του 0,5% πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2016, του 1,75% για το 2017 και του 3,5% για το 2018, με προοπτική να επιμείνουν μέχρι το 2022, σε σχέση με τα θεόρατα πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία προέβλεπε η προηγούμενη συμφωνία και, όπως σας έλεγα προηγουμένως, ήταν κατά μέσο όρο 4% μέχρι το 2031; Αυτά είχαν συμφωνήσει όσοι σήμερα «κουνούν το δάχτυλο» για το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5%.

Επίσης, σε μία σειρά τομέων πολιτικής, οι ακραίες δεσμεύσεις της προηγούμενης κυβέρνησης έχουν ανασχεθεί, όπως σας είπα προηγουμένως, για το lock out, για τις μαζικές απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα, για το ασφαλιστικό με την κατάργηση της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος για τις επικουρικές -σημειωτέον, ο κ. Μητσοτάκης σε ανύποπτο χρόνο σε αυτήν εδώ την Αίθουσα την έχει υπερασπιστεί, να το θυμίσουμε και αυτό- με τις απολύσεις στο δημόσιο τομέα, τις οποίες ο κ. Μητσοτάκης προφανώς έχει υπηρετήσει στο παρελθόν με πάρα πολύ μεγάλο φανατισμό -σας θυμίζω ότι προβλέπονταν ακόμα δεκαπέντε χιλιάδες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων με βάση το δεύτερο πρόγραμμα- και την πλήρη κατάργηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Την ίδια στιγμή που όλες αυτές οι δεσμεύσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων έχουν ανασχεθεί και πολλές άλλες, έχουν κερδηθεί και μία σειρά από θετικά μέτρα μέσα από σκληρή διαπραγμάτευση.

Επί τροχάδην αναφέρω τα εξής: Την υγειονομική κάλυψη δυόμιση εκατομμυρίων ανασφάλιστων ανθρώπων. Το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης, που καλύπτει πλέον εξακόσιους χιλιάδες συμπολίτες μας και στον φετινό προϋπολογισμό θα χρηματοδοτηθεί με παραπάνω από 700 εκατομμύρια ευρώ. Την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων τον Σεπτέμβριο του 2018. Τις εξαιρέσεις από τον κανόνα 1:4 για συμβασιούχους στην καθαριότητα, αλλά και για τους πυροσβέστες πενταετούς θητείας. Την αύξηση του προϋπολογισμού κατά 260 εκατομμύρια ευρώ για τα οικογενειακά επιδόματα, όπου ο συνολικός προϋπολογισμός θα αγγίξει πλέον τα 910 εκατομμύρια.

Και δεν ξεχνάμε καθόλου ότι διάφορα «παπαγαλάκια» της σημερινής Αξιωματικής Αντιπολίτευσης μιλούσαν για μείωση, υποτίθεται, του κοινωνικού προϋπολογισμού, ακόμα και πριν από λίγες ημέρες.

Επίσης, θα ήθελα να αναφέρω και πρωτοβουλίες οι οποίες δεν έχουν να κάνουν ευθέως με τη συμφωνία, αλλά αφορούν τις προτεραιότητες της πολιτικής και τον προσανατολισμό της κρατικής χρηματοδότησης. Δεν θέλω να σταθώ αναλυτικά. Τα είπαν με αρκετή σαφήνεια οι προηγούμενοι ομιλητές. Θα αναφέρω μόνο κάποιες από αυτές:

Στον τομέα της Υγείας έχουμε ενισχύσει τα νοσοκομεία της χώρας με χιλιάδες γιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικό. Υπάρχουν πολιτικές στο πεδίο της διεύρυνσης δικαιωμάτων και ελευθεριών με το Σύμφωνο Συμβίωσης και την ταυτότητα φύλου. Δίνεται το κοινωνικό μέρισμα του 2016 και 2017, υπάρχει ενεργητική πολιτική και χρηματοδοτική στήριξη της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, ώστε να παραμείνει ο βασικός πυλώνας παραγωγής ενέργειας στη χώρα, αναπροσανατολισμός του προηγούμενου, αλλά και σχεδιασμός του σημερινού ΕΣΠΑ σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, όπου, σημειωτέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χθες ανέφερε ότι για άλλη μία φορά είμαστε πρωταθλητές στην απορροφητικότητα του ΕΣΠΑ, πράγμα το οποίο φαίνεται να μην αναγνωρίζεται καν από διάφορους οι οποίοι κάνουν κριτική στον κ. Χαρίτση για δήθεν υπο-απορρόφηση στο ζήτημα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Επίσης, υπάρχει αύξηση των κονδυλίων για την έρευνα, που αγγίζουν πλέον το ένα δισεκατομμύριο ευρώ, αλλά και αύξηση των πιστώσεων του προϋπολογισμού για την Παιδεία κατά 184 εκατομμύρια ευρώ φέτος, 257 εκατομμύρια ευρώ πέρυσι, ενώ την περίοδο 2011-2014 η σωρευτική μείωση των πιστώσεων για την Παιδεία ήταν περίπου 34%.

Επιπλέον, στον τομέα των εργασιακών σχέσεων και της καταπολέμησης της ανεργίας για πρώτη φορά υλοποιείται μία πολιτική ενίσχυσης της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων, με την εντατική και σοβαρή λειτουργία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, που καταπολεμά πλέον με σχέδιο την αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία. Σας θυμίζω ότι το 2015 αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία είχαν φτάσει περίπου στο 17%. Έχουμε καταφέρει μέσα σε περίπου δυόμιση χρόνια να ρίξουμε την αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία κατά τέσσερις μονάδες, στο 13%.

Επίσης, με τις συγκεκριμένες νομοθετικές ρυθμίσεις του Υπουργείου Εργασίας το καλοκαίρι, δόθηκε δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργαζόμενο σε περίπτωση μη καταβολής των δεδουλευμένων του, αλλά επίσης και δικαίωμα διεκδίκησης αυτών ακριβώς των δεδουλευμένων με την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Θα μπορούσα να διευρύνω τον κατάλογο κατά πολύ και να πω πολλά περισσότερα. Ο χρόνος, δυστυχώς, δεν το επιτρέπει. Η ουσία, όμως, έχει γίνει ήδη σαφής. Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα είχε γίνει, αν δεν είχε συντελεστεί η μεγάλη πολιτική του 2015. Ποια είναι, αλήθεια, σήμερα η συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας και τι σχέση έχει η σημερινή εικόνα της ελληνικής οικονομίας με την κολοσσιαία αποτυχία του 2010-2014;

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Ανεργία που τείνει για πρώτη φορά κάτω από το 20%, μετά από δέκα περίπου χρόνια. Ρυθμοί ανάπτυξης που για το 2017 θα κλείσουν κοντά στο 2% και πρόβλεψη για το 2018 στο 2,5%. Κυρίως, όμως, τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, από τον δείκτη οικονομικής εμπιστοσύνης μέχρι τις εξαγωγές, μέχρι τις επενδύσεις, μέχρι τη βιομηχανική παραγωγή, ανακάμπτουν σταθερά, ενώ για πρώτη φορά το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά και ο μέσος μισθός, δείχνουν να ανατρέπουν την για χρόνια καθοδική πορεία τους και να επιστρέφουν σε  θετικό έδαφος. Αυτό σημαίνει μια αναστροφή ολόκληρης της υφεσιακής και αντεργατικής πορείας, η οποία σημειωνόταν από το 2010 μέχρι το 2015.

Ο βασικός, όμως, δείκτης που μας επιτρέπει να είμαστε βέβαιοι για την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος, δεν είναι άλλος από τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων. Κι αυτό, ξέρετε, δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, διότι το επιτόκιο του ομολόγου δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μαθηματική έκφραση του κινδύνου για μια οικονομία. Τι λέει αυτός ο δείκτης, αυτή η μαθηματική έκφραση του κινδύνου; Λέει ότι το δεκαετές ομόλογο έχει σπάσει το όριο του 4%, ενώ το πενταετές ομόλογο έφτασε στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας κοντά στο 3%.

Αυτό σημαίνει ότι η αυτοδύναμη έξοδος στις αγορές και η ανάκτηση της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της χώρας, δεν είναι απλώς μια φαντασίωση ή μια επιθυμία, όπως ήταν το 2014, αλλά ένας απόλυτα εφικτός, επιτεύξιμος στόχος. Και είναι επιτεύξιμος διότι σήμερα τίποτα δεν μοιάζει με την οριακή κατάσταση του 2014. Αυτή είναι η τρίτη συνεχόμενη χρονιά που επιτυγχάνουμε τους δημοσιονομικούς στόχους του προγράμματος και εξαιτίας του γεγονότος ότι έχουμε ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή.

Ταυτόχρονα, δημιουργούμε, όπως είπε χθες και ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, ο κ. Χουλιαράκης, ένα χρηματοδοτικό μαξιλάρι για να υποστηρίξουμε την έξοδό μας στις αγορές, ενώ έχουμε και μια θετική και συγκεκριμένη συμφωνία για το χρέος, σύμφωνα με την οποία οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν, από το 2018 και έπειτα, το 15% του ΑΕΠ. Αυτό, a propos, καταρρίπτει πλήρως και το επιχείρημα, που μάλλον από άγνοια επαναλαμβάνουν κάποιοι από τη Νέα Δημοκρατία, ότι το υπερ-πλεόνασμα σημαίνει ότι δεν χρειάζεται ρύθμιση του ελληνικού χρέους. Διότι η ρύθμιση του ελληνικού χρέους πλέον δεν αφορά τον λόγο χρέος προς ΑΕΠ, αλλά τη συνολική χρηματοδοτική δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή, να μην υπερβαίνουν οι πληρωμές ή οι αναχρηματοδοτήσεις του χρέους το 15% του ΑΕΠ.

Επομένως, θα παρακαλέσω τους συναδέλφους από τη Νέα Δημοκρατία να σταματήσουν να επαναλαμβάνουν αυτό το επιχείρημα, διότι είναι απόλυτο μαθηματικό absurdum αυτό το οποίο κάνουν.

Επίσης, επιτυγχάνεται οριστικός τερματισμός των συνεπειών του PSΙ. Χθες ο κ. Βενιζέλος μας είπε ότι, δήθεν, συνεχίζουμε την πολιτική του  PSI. Αν δεν το κατάλαβε ο κ. Βενιζέλος, η πολιτική του PSI τερματίστηκε πριν από δεκαπέντε μέρες, όταν ολοκληρώθηκε η ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων, η οποία μετέτρεψε τα μη τυπικά ομόλογα του PSI, τα οποία ήταν αδύνατο να είναι διαπραγματεύσιμα στις αγορές χρήματος, σε τυπικά ομόλογα. Κι αυτός είναι ο τεχνικός λόγος, πίσω από τον πολιτικό λόγο της ανάκτησης της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, που βλέπουμε σήμερα τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων να κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

Βεβαίως, αυτή η συμφωνία για το χρέος, αλλά και όλα όσα κάνουμε σε ό,τι αφορά την αναδιαμόρφωση του εδάφους για να έχουμε τη δυνατότητα να ανακτήσουμε απολύτως την εμπιστοσύνη των αγορών μέχρι τον Αύγουστο του 2018, πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν περαιτέρω. Ωστόσο, το νερό έχει μπει στο αυλάκι.

Επομένως, η έξοδος από το πρόγραμμα είναι μπροστά μας και είναι ορατή. Κι αυτό μας φέρνει στο  δεύτερο επιχείρημα -όψιμο- της Αντιπολίτευσης. Τι ισχυρίζονται; Ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει έξοδος το 2018, καθώς τα μνημόνια θα μείνουν μαζί μας μέχρι να σβήσει ο ήλιος ή εν πάση περιπτώσει, μέχρι να πληρωθεί το 75% των δανείων που έχουμε λάβει από τον επίσημο τομέα.

Αυτό, βέβαια, δεν ίσχυε για την Αντιπολίτευση για κάποιο λόγο το 2014, ισχύει σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, ας το αφήσουμε αυτό το κομμάτι του επιχειρήματος και να περάσουμε στην ουσία.

Τι είναι το μνημόνιο; Δεν είναι τίποτα άλλο από έναν μηχανισμό πειθαναγκασμού, μια τεχνολογία επιβολής πολιτικών που λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο και πολύ απλό τρόπο: Μέτρα έναντι χρημάτων για την αποπληρωμή του χρέους, διότι διαφορετικά, επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης στις αγορές, η οικονομία θα οδηγηθεί σε χρεοκοπία. Αυτό είναι τo μνημόνιο. Αυτή είναι η τεχνολογία πειθαναγκασμού. Για ποιο λόγο επιβλήθηκε αυτή η τεχνολογία; Γιατί απλούστατα η χώρα δεν είχε τη δυνατότητα να δανείζεται από τις αγορές από το 2010 και μετά.

Επομένως, για όποιον θέλει και για όποιον μπορεί να καταλάβει, είναι αυτονόητο ότι οι βαθμοί πολιτικής ελευθερίας αυξάνονται αμέσως μόλις απεγκλωβιστεί κανείς απ’ αυτόν τον συγκεκριμένο μηχανισμό. Διότι πλέον οι πολιτικές που επιβάλλονται, δεν έχουν τον ίδιο βαθμό αναγκαστικότητας, καθώς ο κίνδυνος χρεοκοπίας έχει παρέλθει και δεν υπάρχει άμεσος τρόπος εξαναγκασμού. Δεν υπάρχει ο εξαναγκασμός της εκταμίευσης της δόσης.

Προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει εποπτεία και ότι δεν υπάρχει παρακολούθηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια Κυβέρνηση μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Κατ’ αρχήν οι αγορές εκ των πραγμάτων επιβάλλουν συγκεκριμένες πειθαρχίες στις οικονομίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Όμως, και οι μηχανισμοί εποπτείας της ευρωζώνης συνεχίζουν να λειτουργούν. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μιλάμε για το ίδιο καθεστώς επιχείρησης και για το ίδιο καθεστώς επιτροπείας.

Σε αυτήν την περίοδο που εγκαινιάζεται μετά το καλοκαίρι του 2018 -και εδώ τελειώνω- οι διαφορές της πολιτικής και οι κοινωνικές διαχωριστικές γραμμές, που ήδη είναι σαφείς, θα αρχίζουν να εμφανίζονται με ακόμη μεγαλύτερη ενάργεια. Είναι τότε που τα δύο πολιτικά σχέδια που συγκρούονται σήμερα, θα αντιπαρατεθούν με ακόμη πιο καθαρό και σαφή τρόπο.

Από τη μία πλευρά είναι το σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας και των δορυφόρων της, που θέλουν να επιστρέψουμε σε μια οικονομία πλήρους δημοσιονομικής και εργοδοτικής αυθαιρεσίας και ασυδοσίας. Είναι ένα πολιτικό πρόγραμμα «σοκ και δέους» που συνοψίζεται σε συγκεκριμένο τετράπτυχο: Απολύσεις, ξεπούλημα, καταστροφή του κοινωνικού κράτους και μείωση των μισθών για να δημιουργηθούν δήθεν κίνητρα επενδύσεων. Αυτή είναι η καθαρή λογική του «θατσερισμού», που σήμερα διέπει ολόκληρο το ιδεολογικό και πολιτικό περίγραμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Από την άλλη υπάρχει το δικό μας σχέδιο που θέλει να βάλει στο επίκεντρο την εργασία και την αναδιανομή για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους. Μιλάμε, δηλαδή, για δύο κόσμους, που δεν έχουν -και ευτυχώς!- τίποτα κοινό.

Σας ευχαριστώ.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ