ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Η συνάντηση που θα έχει σήμερα ο πρωθυπουργός με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία είναι μία προαναγγελθείσα συνάντηση που εκτιμώ ότι έχει τους όρους και τις προϋποθέσεις να δημιουργήσει ένα θετικό κλίμα στις σχέσεις μας με την Τουρκία ιδιαιτέρως σε μία περίοδο που οι διμερείς σχέσεις αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες προκλήσεις.

Οι συναντήσεις μεταξύ των ηγετών δε γίνονται μόνο για να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις ούτε γίνονται όταν οι σχέσεις μεταξύ των κρατών είναι στο ζενίθ τους αλλά γίνονται και όταν υπάρχουν πραγματικά προβλήματα ώστε αυτά να μπορέσουν να επιλυθούν. Αν δεν υπάρχει επικοινωνία και συζήτηση και αν δεν υπάρχουν σχέσεις εμπιστοσύνης τότε θα είναι αδύνατο να βελτιωθούν οι διμερείς σχέσεις.

Θεωρώ πως υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να δημιουργήσουμε ένα κλίμα αποκλιμάκωσης μιας σχετικής έντασης που υπάρχει ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και να προσπαθήσουμε να βάλουμε ένα λιθαράκι για να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας σε όλα τα πεδία. Υπάρχουν πάρα πολλά ανοιχτά ζητήματα στην ατζέντα και εκτιμώ ότι θα είναι μια κρίσιμη, σημαντική αλλά και εποικοδομητική.

Η ελληνική και η τουρκική πλευρά έχουν πάγιες θέσεις. Το ζητούμενο είναι να δούμε αν μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα στην κατεύθυνση επίλυσης κάποιων από των διαφορών που έχουμε. Η συνάντηση γίνεται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη και σημαντική περίοδο που εμείς θα πρέπει να προσανατολιζόμαστε στην κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης και στην προσπάθεια να οικοδομούμε σχέσεις εμπιστοσύνης.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Με δεδομένη τη θετική κατάληξη των διαπραγματεύσεων και την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών περνάμε σε μια νέα φάση στις σχέσεις μας με τους γείτονες και τη Βαλκανική. Η Συμφωνία των Πρεσπών ήρθε για να κλείσει ένα μέτωπο και σε αυτή τη νέα εποχή προσανατολιζόμαστε εκεί που υπάρχουν πραγματικά σημαντικά θέματα δηλαδή στα ανατολικά μας σύνορα και τις σχέσεις μας με την Τουρκία.

Η στάση της ΝΔ να  αμφισβητεί την τήρηση της εθνικής γραμμής στο Μακεδονικό αποτελεί μια κοντόφθαλμη αντιπολιτευτική επιλογή καθώς η κυβέρνηση τήρησε όλες τις κόκκινες γραμμές. Η ΝΔ είναι αυτή τη στιγμή το μοναδικό πολιτικό κόμμα που ανήκει στο δημοκρατικό τόξο στην Ευρώπη το οποίο αμφισβητεί την ωφέλεια αλλά και τη σημασία της Συμφωνίας. Δεν υπάρχει άλλο τέτοιο ούτε καν στο ΕΛΚ.

ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ο κ. Μητσοτάκης έχει τεράστια ευθύνη για την αντιπαράθεση που προκλήθηκε στην Ελλάδα σε σχέση με τη Συμφωνία. Αστόχαστα, υποτίμησε τη δυναμική που θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακροδεξιά μορφώματα και πρακτικές και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την ευαισθησία κάποιων τμημάτων του πληθυσμού και να υπερθεματίσει, μετατοπίζοντας τη ΝΔ στο δεξιό άκρο του φάσματος.

Αυτό δεν το έκανε μόνο για πολιτικό τακτικισμό αλλά το έκανε γιατί διαφορετικά πιθανόν να αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα στο κόμμα του. Από τη μία υπάρχουν συγκεκριμένες φιλελεύθερες, κεντροδεξιές δυνάμεις που δε συμφωνούν με τον κο Μητσοτάκη και από την άλλη υπάρχει ένας σκληρός, ηγετικός ακροδεξιός πυρήνας που συγκροτείται γύρω από τους κκ. Σαμαρά, Βορίδη, Γεωργιάδη. Εκεί έχει εκχωρήσει την αρχηγία της ΝΔ. Είναι κατ’ επίφαση αρχηγός καθώς η καθοδηγητική πολιτική και οι τακτικές της ΝΔ σχεδιάζονται από την ομάδα Σαμαρά – Βορίδη – Γεωργιάδη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΕΛ

Ο κ. Καμμένος διατηρεί τη δική του πολιτική θέση στο ονοματολογικό και επέλεξε να αποχωρήσει από την κυβέρνηση. Αλλά από εκεί και πέρα υπήρξαν αρκετοί βουλευτές και των ΑΝΕΛ οι οποίοι δεν τον ακολούθησαν καθώς θεώρησαν ότι αποτελεί κεντρικό πολιτικό στόχος να κυρωθεί η συμφωνία και να ολοκληρώσει η κυβέρνηση τη συνταγματική της θητεία. Δεν βλέπω τίποτα πολιτικά παράδοξο ή παράλογο σε αυτό. Η όποια ένταση καλλιεργείται από την πλευρά της αντιπολίτευσης καθώς δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ουσιαστική αντιπολίτευση επί των πολιτικών θεμάτων.

Η κυβέρνηση κρατά τα 4 χρόνια της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ που οδήγησαν τη χώρα εκτός μνημονίων και στην οικονομική ανασυγκρότηση. Η συνεργασία ήταν εντιμότατη. Από εκεί και πέρα ο κ. Καμμένος μπορεί να αντιπολιτεύεται με τον τρόπο που επιλέγει. Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε. Όλοι οι βουλευτές τοποθετήθηκαν με βάση το εθνικό τους καθήκον έτσι όπως εκείνοι το αντιλαμβάνονται ενώ και κυβέρνηση λειτούργησε με απόλυτα θεσμικό τρόπο.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΕΣ «ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ»

Ο καθένας μπορεί να καταγγέλλει ό,τι θέλει αλλά παίρνει και την ευθύνη των όσων λέει. Τις τελευταίες τρεις εβδομάδες η ΝΔ υιοθετεί όποιο σενάριο και παραλογισμό κυκλοφορεί στον κίτρινο Τύπο. Ωστόσο όταν κάποιοι πετούν λάσπη στον ανεμιστήρα και καταγγελίες που δεν έχουν έρεισμα στην πραγματικότητα τότε να μη ζητάτε από μας να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Γατί αυτό οδηγεί στον ευτελισμό. Η κυβέρνηση δεν θα ακολουθήσει στον ευτελισμό της πολιτικής ζωής γιατί εκτός των άλλων αυτό σε τελική ανάλυση ενισχύει ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Καλώ τη ΝΔ και συνολικά την αντιπολίτευση να ξανασκεφτούν τον τρόπο που αντιπολιτεύονται.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Μετά τη συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε μια συνθήκη στο ελληνικό κοινοβούλιο την οποία η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ έκριναν ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουν με ένα δημοκρατικό τρόπο. Δηλαδή να θέσουν στο κοινοβούλιο το ζήτημα και να πουν ότι εδώ υπάρχει μια κοινοβουλευτική ομάδα η οποία έχει διαλυθεί ενώ υπάρχουν και άλλες οι οποίες βρίσκονται στο όριο εξαιτίας μιας συνθήκης που έχει προκύψει και ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης όπου για πρώτη φορά έχουμε 8 κόμματα στο Κοινοβούλιο από το 2012, έχουμε κυβερνήσεις συνεργασιών, έχουμε μια ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού. Και είπαμε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των δικαιωμάτων των κομμάτων που έχουν εισέλθει στο ελληνικό κοινοβούλιο. 

Αυτό φάνηκε από τη μεριά της ΝΔ να διαβάζεται ως αποτέλεσμα του εκβιασμού του κ. Καμμένου προς τον Πρωθυπουργό και από τη μεριά των άλλων κοινοβουλευτικών κομμάτων απορρίφθηκε αυτή η πρόταση. Επομένως, τι πιο φυσιολογικό από την πλευρά του Πρωθυπουργού να αποσύρει αυτή την πολιτική πρόταση από το τραπέζι και να πει ότι εφόσον δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση εγώ δεν πρόκειται να δώσω τροφή στα ανόητα σενάρια που διακινεί η ΝΔ και ότι τελείωσε αυτό το κεφάλαιο και ότι πάμε παρακάτω.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ

Για τις επικρίσεις της ΝΔ περί κυβέρνησης μειοψηφίας θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν είμαστε μειοψηφία από τη στιγμή που η ψήφος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση μετρά 145 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ συν τους 6, δηλαδή 151. Τόσο ο κος Παπαχριστόπουλος όσο και ο κος Ζουράρις έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση καθώς εκτίμησαν ότι πρέπει η κυβέρνηση να ολοκληρώσει το έργο της. Τι αντιφατικό βρίσκετε στην ψήφο εμπιστοσύνης που έδωσαν στην κυβέρνηση οι 6 και στο γεγονός ότι λένε μέσω της επιστολής τους ότι η αρχική τοποθέτηση σε σχέση με τα νομοσχέδια είναι ότι ψηφίζουμε υπέρ;

Από τους 6 βουλευτές οι 3 είναι υπουργοί της κυβέρνησης. Θα ήταν παράλογο εάν 3 υπουργοί διάκεινται αρνητικά επί της αρχής στα νομοσχέδια της κυβέρνησης. Η επιστολή των 6 βουλευτών είναι αποτέλεσμα της στάσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η ΝΔ επέλεξε επί σειρά ημερών να αμφισβητεί την κυβερνητική πλειοψηφία. Πλέον το τοπίο έχει ξεκαθαριστεί, πλέον τα πράγματα κοινοβουλευτικά είναι παρά πολύ καθαρά και τακτοποιημένα. Η ΝΔ ακριβώς επειδή βρίσκεται για άλλη μια φορά στην κατάσταση όπου διαψεύδονται και καταρρέουν όλες οι ανόητες και αστόχαστες αντιρρήσεις που προβάλλει, συνεχίζει με βάση τη δύναμη της αδράνειας να επαναλαμβάνει το αφήγημα των προηγούμενων ημερών μέχρι να ανακαλύψει κάτι καινούργιο.

ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

Οι επικρίσεις της ΝΔ περί συναλλαγής της κυβέρνησης με τον Νικόλας Μαδούρο δείχνουν μια κατάσταση πλήρους εξευτελισμού της ΝΔ και του πολιτικού της λόγου. Αδυνατεί κανείς να απαντήσει στην αξιωματική αντιπολίτευση χωρίς πρώτα να βάλει τα γέλια.

Στην ουσία τώρα. Από τη μεριά της Ελλάδας έχει γίνει ξεκάθαρο ότι θα πρέπει να αποφευχθεί η όξυνση της αντιπαράθεσης στη Βενεζουέλα και καλέσαμε την ΕΕ να πάρει διπλωματικές πρωτοβουλίες για να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές προεδρικές και βουλευτικές. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να πάρει άλλη θέση, γιατί θέτει πάντα την όποια λύση στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και στη μη παρέμβαση στο εσωτερικό άλλης χώρας.

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε κοντά μας τον Υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, κ. Δημήτρη Τζανακόπουλο. Καλώς ήρθατε, καλή σας ημέρα. 

ΑΛΕΞΑΚΗ: Καλώς ήρθατε. 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καλώς σας βρήκα. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Τζανακόπουλε, γιατί αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή, η επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού στην Τουρκία, υπό το φόντο και το κλίμα αυτό των προκλήσεων της Τουρκίας και του κ. Ερντογάν;  

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε. Αυτή η επίσκεψη είχε προαναγγελθεί εδώ και αρκετό καιρό. Προετοιμάστηκε για αρκετό καιρό και νομίζω, ότι δεν έρχεται ως έκπληξη σε κανέναν. Εγώ θυμάμαι στις επίσημες ενημερώσεις των κυβερνητικών συντακτών ρωτούν συνέχεια για την ακριβή ημερομηνία, εδώ και περίπου δυόμιση – τρεις μήνες. Επομένως, νομίζω, ότι ήταν μια προαναγγελθείσα συνάντηση, η οποία εκτιμώ ότι έχει τους όρους και τις προϋποθέσεις να δημιουργήσει ένα θετικό κλίμα στις σχέσεις μας με την Τουρκία, ιδιαίτερα σε μία περίοδο, όπου πράγματι οι διμερείς σχέσεις αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες προκλήσεις. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Πολλοί λένε ότι αυτές οι προκλήσεις, ίσως επειδή είναι σε αυτή τη φάση, δεν θα έπρεπε να πάει ο Πρωθυπουργός, μήπως δημιουργήσει άλλα θέματα.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε ξανακάνει μαζί αυτή τη συζήτηση την περίοδο της επίσημης επίσκεψης του Τούρκου Προέδρου στην Αθήνα και σας είχα πει τότε – αν θυμάμαι καλά – κ. Παναγιωτόπουλε ότι οι συναντήσεις μεταξύ των ηγετών δεν γίνονται απλώς και μόνο για να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις οι ηγέτες. Δεν γίνονται μόνο όταν οι σχέσεις μεταξύ των κρατών είναι στο ζενίθ τους –αν θέλετε- ή στην καλύτερη φάση τους. Γίνονται και όταν υπάρχουν πραγματικά προβλήματα, ακριβώς για να μπορέσουν να επιλυθούν τα προβλήματα, διότι διαφορετικά αν δεν υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι, αν δεν υπάρχει επικοινωνία, αν δεν υπάρχει συζήτηση, αν δεν υπάρχουν σχέσεις εμπιστοσύνης, τότε θα είναι αδύνατον και για τις διμερείς σχέσεις να βελτιωθούν. Εγώ πιστεύω ότι έχουμε αυτή την στιγμή τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις να δημιουργήσουμε ένα κλίμα αποκλιμάκωσης μιας σχετικής έντασης που υπάρχει, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στη ΝΑ Μεσόγειο, και από εκεί και πέρα, να προσπαθήσουμε να βάλουμε ένα λιθαράκι για να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας σε όλα τα πεδία. Ξέρετε ότι έχουμε πάρα πολλά ανοιχτά ζητήματα στην ατζέντα και εκτιμώ ότι θα είναι μια κρίσιμη, σημαντική, αλλά και εποικοδομητική συνάντηση.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Οι γείτονες θέλουν, όμως, πραγματικά να λυθούν αυτά τα προβλήματα; Δηλαδή, μια μέρα πριν την επίσκεψη, ο εκπρόσωπος του Τούρκου Προέδρου λέει «δεν θα ανεχτούμε τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο», ξανά, βέβαια, και ανοίγει θέματα: «τουρκική μειονότητα», λέει, «νησιά, Αιγαίο». 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε, εδώ, εκφράζονται πάγιες θέσεις της τουρκικής πλευράς. Τις γνωρίζουμε πολύ καλά. Από εκεί και πέρα, η ελληνική πλευρά έχει τις δικές της πάγιες θέσεις και το ζητούμενο είναι να δούμε αν μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα στην κατεύθυνση επίλυσης κάποιων από τις διαφορές που έχουμε με τη γειτονική χώρα. Αυτό είναι το ζητούμενο σ’ αυτή την επίσκεψη και έχω την εντύπωση ότι γίνεται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη και σημαντική περίοδο, όπου εμείς θα πρέπει να προσανατολιζόμαστε διαρκώς στην κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης και της προσπάθειας να οικοδομούμε σχέσεις εμπιστοσύνης με τους γείτονες. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Μήπως ανοίγουμε, κ. Τζανακόπουλε, πολλά μέτωπα στα εθνικά μας; Πολλοί λένε, ότι λόγω της οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται η χώρα, στην κρίση που είχαμε, ένεκα και της Συμφωνίας των Πρεσπών…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η Συμφωνία των Πρεσπών ήρθε να κλείσει ένα μέτωπο, δεν ήρθε να ανοίξει ένα μέτωπο. Επομένως, θεωρώ ότι με δεδομένη την θετική κατάληξη που είχαν οι διαπραγματεύσεις με τη Βόρεια Μακεδονία, πλέον, και με δεδομένη την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, περνάμε σε μία νέα φάση στις σχέσεις μας με τους γείτονες, περνάμε σε μία νέα φάση στη Βαλκανική. Βρισκόμαστε σε μία νέα εποχή και, με αυτή την έννοια, έχουμε τη δυνατότητα σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική, να προσανατολιστούμε εκεί που υπάρχουν πραγματικά σημαντικά θέματα, δηλαδή στα ανατολικά μας σύνορα και στις σχέσεις μας με την Τουρκία. Άρα, λοιπόν, δεν συμφωνώ καθόλου με όσους λένε ότι ανοίγουμε πολλά εθνικά μέτωπα. Το αντίθετο κάνουμε. Κλείνουμε μέτωπα και προσανατολιζόμαστε εκεί που έχει σημασία να προσανατολιστούμε. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν θα έπρεπε να υπάρχει και μια εθνική γραμμή σε όλα αυτά; Σας κατηγορεί η αξιωματική αντιπολίτευση και για τη Συμφωνία των Πρεσπών και για το θέμα της πΓΔΜ ότι ουσιαστικά το κάνετε για να διχάσετε την αξιωματική αντιπολίτευση… ότι είναι επιζήμια η Συμφωνία αυτή.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Πρόκειται για μια κοντόφθαλμη αντιπολιτευτική επιλογή, η οποία αμφισβητεί την τήρηση της εθνικής γραμμής από τη μεριά της κυβέρνησης σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις με τη Βόρεια Μακεδονία. Νομίζω, αντιθέτως, ότι τηρήθηκαν όλες οι κόκκινες γραμμές. Δηλαδή, έχουμε μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, η οποία ισχύει erga omnes, έναντι όλων δηλαδή, και για όλες τις χρήσεις. Άρα, λοιπόν, έχω την εντύπωση ότι ουδείς σώφρων θα μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός ότι τηρήθηκε ακριβώς η εθνική γραμμή σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις με τους βόρειους γείτονές μας. Έχω την εκτίμηση, αντίθετα με τα όσα ισχυρίζεται η Ν.Δ., ότι η Συμφωνία, όχι απλώς δεν είναι επιζήμια, αλλά αντιθέτως, όπως σας έλεγα προηγουμένως, μας περνά σε ένα άλλο επίπεδο στις διμερείς σχέσεις, αλλά και στον ρόλο τον οποίο καλούμαστε να παίξουμε στη Βαλκανική, τον πρωταγωνιστικό ρόλο για να προωθηθούν σχέσεις συνεργασίας, φιλίας, αλληλεγγύης. Και προσέξτε, αυτό δεν είναι μόνον η δική μας εκτίμηση. Αυτό είναι η εκτίμηση του συνόλου, αν θέλετε, του διεθνούς Τύπου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Στο εσωτερικό, κοιτάτε κ. Υπουργέ, όμως; Δηλαδή τις αντιδράσεις του κόσμου… 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως, θα σας απαντήσω και γι’ αυτό. Διότι, αυτή τη στιγμή, προσέξτε, η Ν.Δ. είναι ίσως το μοναδικό πολιτικό κόμμα που ανήκει στο δημοκρατικό τόξο στην Ευρώπη, το οποίο αμφισβητεί την ωφέλεια, αλλά και τη σημασία της Συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν είναι υπάρχει άλλο τέτοιο. Δεν υπάρχει. Ούτε καν στο ΕΛΚ δεν έχουν διανοηθεί καν να αμφισβητήσουν τη σημασία και την ωφέλεια της Συμφωνίας των Πρεσπών. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σας λέει, όμως, ότι το 60% του ελληνικού λαού είναι αντίθετο.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Προσέξτε τώρα: Η Ν.Δ., σε σχέση με την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση και ιδεολογική αντιπαράθεση, η οποία έχει προκληθεί στην Ελλάδα σε σχέση με τη Συμφωνία των Πρεσπών, έχει τεράστια ευθύνη. Έχει τεράστια ευθύνη, γιατί επέλεξε μια γραμμή, η οποία δεν ήταν γραμμή μετριοπάθειας. Αντιθέτως, θέλησε για πολιτικούς λόγους και αστόχαστα μάλιστα, διότι, κατά τη γνώμη μου, υποτίμησε ο κ. Μητσοτάκης τη δυναμική που θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακροδεξιά πολιτικά μορφώματα και ακροδεξιές ιδεολογικές πρακτικές. Επέλεξε, λοιπόν, να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την ευαισθησία κάποιων τμημάτων του πληθυσμού και να υπερθεματίσει και με τον τρόπο αυτό νομίζω ότι μετατόπισε τη Ν.Δ. στο δεξιό άκρο του φάσματος. Αυτό, βεβαίως, δεν το έκανε μόνο εξαιτίας, αν θέλετε, ενός πολιτικού τακτικισμού. Το έκανε και διότι διαφορετικά, πιθανόν να αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό του κόμματός του, καθώς, όπως ξέρετε, είναι δεδομένη η αντίφαση που υπάρχει αυτή τη στιγμή στη Ν.Δ.. Από τη μια μεριά, υπάρχουν συγκεκριμένες φιλελεύθερες κεντροδεξιές δυνάμεις, οι οποίες δεν συμφωνούν με την τακτική την οποία υιοθετεί ο κ. Μητσοτάκης. Από την άλλη μεριά, υπάρχει ένας σκληρός ακροδεξιός πυρήνας ηγετικός, ο οποίος συγκροτείται γύρω από τον κ. Σαμαρά, τον κ. Βορίδη και τον κ. Γεωργιάδη και στον οποίο ακριβώς αυτόν πυρήνα, ο κ. Μητσοτάκης έχει εκχωρήσει την αρχηγία της Ν.Δ.. Ο κ. Μητσοτάκης, στην πραγματικότητα είναι ένας κατ΄ επίφαση μόνο αρχηγός. Την καθοδηγητική πολιτική και τις τακτικές της Ν.Δ. είναι δεδομένο και γνωστό σε όλους -σχολιάζεται παντού- σχεδιάζεται από την ομάδα Σαμαρά-Βορίδη-Γεωργιάδη.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Πάμε στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και τις παρενέργειες που έχει αυτή η Συμφωνία. Απαντούν, λοιπόν, από τη Ν.Δ. και λένε «μα, εσείς χάσατε τον κυβερνητικό σας εταίρο». Δηλαδή, ο κ. Καμμένος έφυγε και έχουμε όλες αυτές τις αντιδράσεις πια και ο κ. Καμμένος, ο πρώην κυβερνητικός εταίρος, σας καταγγέλλει για αυτή τη Συμφωνία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ποιες είναι οι αντιδράσεις; Εννοείτε στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος; Ο κ. Καμμένος διατηρεί τη δική του πολιτική θέση στο θέμα αυτό. Αλλά, από εκεί και πέρα, η ελληνική Βουλή, με πλειοψηφία, έτσι όπως ορίζεται από το Σύνταγμα, αποφάσισε…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: «Κουρελού» κυβέρνηση, σας λέει, με δεκανίκια από το χθες.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να απαντήσουμε ένα-ένα τα ερωτήματα; Με ρωτήσατε, λοιπόν, για τον κ. Καμμένο. Ο κ. Καμμένος, εδώ και ένα χρόνο και κάτι, είχε πει ότι η πολιτική του τοποθέτηση είναι απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών. Επέλεξε να αποχωρήσει από την κυβέρνηση και να αποσύρει την εμπιστοσύνη του. Από εκεί και πέρα, υπήρξαν αρκετοί βουλευτές και των ΑΝΕΛ, οι οποίοι δεν τον ακολούθησαν σε αυτή την πολιτική του απόφαση, διότι θεώρησαν ότι είναι κεντρικός πολιτικός στόχος να κυρωθεί η Συμφωνία των Πρεσπών και είναι επίσης, ένας  σημαντικός πολιτικός στόχος να ολοκληρώσει αυτή η κυβέρνηση, την οποία επί τέσσερα χρόνια στήριζαν, τη συνταγματική της θητεία και το έργο της. Εγώ δεν βλέπω τίποτα πολιτικά παράδοξο ούτε τίποτα πολιτικά παράλογο εδώ. Αυτό το οποίο βλέπω είναι μια ένταση, η οποία καλλιεργείται από τη μεριά της αντιπολίτευσης. Και για ποιο λίγο διατηρείται αυτή η ένταση; Διότι, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ουσιαστική αντιπολίτευση από τη μεριά τους. Δηλαδή, δεν υπάρχει αντιπολίτευση επί της ουσίας των πολιτικών θεμάτων. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ένταση με φωνές, με κραυγές, με διαρκείς καταγγελίες. Και ο λόγος ποιος είναι; Ο λόγος είναι ότι συγκεκριμένοι βουλευτές ακολουθούν τη φωνή της συνείδησής τους και τοποθετούνται πολιτικά και παίρνουν την ευθύνη γι’  αυτό στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Δηλαδή, τι πιο λογικό και τι πιο φυσιολογικό για μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Ελλάδα.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Ο κ. Καμμένος είχε κάνει ευθείς επιθέσεις πάντως, και στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού και tweet βλέπουμε, σχεδόν καθημερινώς. Θέλω να πω, ότι η ένταση αυτή δεν δημιουργείται μόνο από την αντιπολίτευση.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο κ. Καμμένος πλέον είναι στην αντιπολίτευση.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Σωστό. Αλλά ήταν και ο πρώην κυβερνητικός εταίρος.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως. Και εγώ έχω πει, επίσης, αρκετές φορές ότι εμείς κρατάμε τα τέσσερα χρόνια της συνεργασίας μας, η οποία οδήγησε τη χώρα έξω από τα μνημόνια, οδήγησε τη χώρα στην οικονομική ανασυγκρότηση, οδήγησε τη χώρα να κάνει τα πρώτα βήματα έξω από την οικονομική κρίση. Και από εκεί και πέρα, ο κ. Καμμένος μπορεί, αν θέλει, να αντιπολιτεύεται πλέον την κυβέρνηση με τον τρόπο που επιλέγει. Εμείς δεν πρόκειται να ακολουθήσουμε.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Λέει, όμως, ότι δεν ήταν έντιμη αυτή η συνεργασία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:  Ήταν εντιμότατη η συνεργασία. Και εδώ πρέπει να απαντήσω ευθέως στον κ. Καμμένο ότι οι βουλευτές όλοι τοποθετήθηκαν με βάση τη συνείδησή τους, με βάση το εθνικό τους καθήκον, έτσι όπως εκείνοι το αντιλαμβάνονταν. Και γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο νομίζω ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργήσαμε κοινοβουλευτικά, είναι τρόπος απόλυτης θεσμικής…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Και όχι συναλλαγής για τις καρέκλες, κύριε Υπουργέ;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μα, τι μου λέτε τώρα; Ωστόσο, ξέρετε κάτι; Βγήκαν και κατήγγειλαν επίσης, ότι ο Πρωθυπουργός έκανε ταξίδι στις Μαλδίβες. Το να κάνει κανείς…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Το έκανε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Είμαστε σοβαροί; Το να κάνει κανείς μια καταγγελία…

ΑΛΕΞΑΚΗ: Το θέμα δεν είναι αν το έκανε, ότι στήθηκε επιχείρηση για να γυρίσει.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ, αυτό το οποίο θέλω να σας πω είναι το εξής: Ο καθένας μπορεί να καταγγέλλει ό,τι θέλει ή μάλλον και παίρνει την ευθύνη γι αυτό το οποίο λέει. Ωστόσο, όταν πετάμε λάσπη στον ανεμιστήρα, όταν αρχίζουμε καταγγελίες, οι οποίες είναι αστήριχτες, είναι ατεκμηρίωτες, δεν έχουν κανένα έρεισμα στην πραγματικότητα και στα γεγονότα, μην ζητάτε από μας να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Διότι, αυτός ο τρόπος είναι επί της ουσίας, αυτός ο τρόπος πολιτικού διαλόγου και πολιτικής αντιπαράθεσης είναι που οδηγεί τελικά στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος, στον ευτελισμό, στην αδυναμία να υπάρξει ουσιαστικός πολιτικός διάλογος. Εμείς, σε αυτού του τύπου τη συζήτηση, ας πούμε, των αλληλοκαταγγελιών, δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε, ούτε πρόκειται να ακολουθήσουμε. Διότι, θεωρούμε ότι βλάπτει επί της ουσίας το πολιτικό σύστημα. Και τι κάνει σε τελευταία ανάλυση; Ενισχύει αντιπολιτικές, δηλαδή ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Και αυτό, η Ν.Δ., αλλά και όσοι ακολουθούν τέτοιου τύπου αντιπολίτευση, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Διότι, αυτοί είναι που στην πραγματικότητα προκαλούν ζημιά στο πολιτικό σύστημα και στους όρους διεξαγωγής του δημοκρατικού διαλόγου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Υπουργέ, δεν είναι παράδοξο, παράλογο, δεν ξέρω, δεν βάζω χαρακτηρισμό, το να υπάρχουν έξι βουλευτές, οι δύο εκ των οποίων να ανήκουν σε άλλη Κ.Ο. και να στέλνουν μια επιστολή και να λένε ότι εμείς στηρίζουμε…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω το εξής: Ο κ. Παπαχριστόπουλος, κατ΄ αρχάς, έχει δηλώσει ότι θα παραιτηθεί, αφού ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες που σχετίζονται με την κύρωση του Πρωτοκόλλου Εισδοχής της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Ο κ. Ζουράρις είναι ανεξάρτητος βουλευτής, συνεργαζόμενος με την Κ.Ο. των ΑΝΕΛ. Όμως, υπάρχει μια πολιτική διαφορά εδώ. Η πολιτική διαφορά είναι ότι και οι δύο αυτοί βουλευτές στήριξαν την κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της ψήφους εμπιστοσύνης. Για ποιο λόγο το έκαναν αυτό; Με συγκεκριμένο πολιτικό σκεπτικό, ανεξαρτήτως της πολιτικής τους τοποθέτησης για τη Συμφωνία των Πρεσπών, και οι δύο είπαν ότι αυτή η κυβέρνηση οφείλει να ολοκληρώσει το έργο της. Πώς θα ολοκληρώσει το έργο της; Τι, δηλαδή, αντιφατικό βρίσκετε στην ψήφο που έδωσαν υπέρ της εμπιστοσύνης της κυβέρνησης και στο γεγονός ότι λένε ότι προφανώς η αρχική τοποθέτηση, σε σχέση με τα νομοσχέδια, είναι ότι ψηφίζουμε υπέρ. Δηλαδή, τι γίνεται στην Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ; Η Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, αν θέλετε, by default, είναι θετική στα νομοσχέδια που προτείνει η κυβέρνηση. Από εκεί και πέρα, προφανώς, αυτό δεν αφαιρεί από τον οποιονδήποτε βουλευτή της συμπολίτευσης το δικαίωμά του να διαφωνήσει, να καταψηφίσει, να καταθέσει τις απόψεις του. Επομένως, δεν καταλαβαίνω πού συνίστανται ακριβώς, οι καταγγελίες περί παιχνιδιών συναλλαγής, περί κυβέρνησης «κουρελού», περί θεσμικής και συνταγματικής εκτροπής, που είναι καταγγελίες, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, αστόχαστα εκσφενδονίζονται από τη μεριά της Ν.Δ..

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σε σχέση με τους βουλευτές, αλλά και όλο αυτό το σενάριο που είχαμε τις τελευταίες ημέρες για την αλλαγή του Κανονισμού, όπου η αξιωματική αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι ο Πρωθυπουργός είναι εκβιαζόμενος…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Πάλι, πάλι καταγγέλλει θα πω. Γενικώς, η Ν.Δ., τις τελευταίες τρεις εβδομάδες δεν κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να καταγγέλλει.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Ο ρόλος της αντιπολίτευσης είναι αυτός, μεταξύ άλλων.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, ο ρόλος της αντιπολίτευσης δεν είναι να καταγγέλλει. Ο ρόλος της αντιπολίτευσης είναι να ασκεί πολιτική κριτική, να ελέγχει, να καταθέτει ερωτήσεις, αλλά όχι να υιοθετεί οποιοδήποτε συνωμοσιολογικό σενάριο κυκλοφορεί στον κίτρινο Τύπο, οποιαδήποτε –αν θέλετε- παραδοξολογία και οποιοδήποτε παραλογισμό κυκλοφορεί στη δημόσια σφαίρα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σε σχέση με τον εκβιασμό του Πρωθυπουργού για το θέμα της αλλαγής του Κανονισμού της Βουλής. Υπήρξε όλη αυτή η εικόνα. 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Πρωθυπουργός ζήτησε από τον κ. Βούτση, τον Πρόεδρο της Βουλής, να αλλάξει ο Κανονισμός;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να θέσουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση; Μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, πράγματι υπήρξε μια συνθήκη στο ελληνικό Κοινοβούλιο για την οποία η κυβέρνηση, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ έκριναν ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν με έναν δημοκρατικό τρόπο. Δηλαδή, να θέσουν στη συζήτηση στο Κοινοβούλιο το ζήτημα αυτό και να πουν, ότι εδώ υπάρχει μια Κ.Ο. η οποία έχει διαλυθεί, υπάρχουν άλλες Κ.Ο., οι οποίες βρίσκονται στο όριο. Επομένως, εξαιτίας ακριβώς μιας πολιτικής συνθήκης, που έχει προκύψει και ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης –για πρώτη φορά στο ελληνικό Κοινοβούλιο έχουμε οκτώ κόμματα, για πρώτη φορά από το 2012 έχουμε κυβερνήσεις συνεργασίας, για πρώτη φορά βλέπουμε αλλαγές πολιτικών τοποθετήσεων εξαιτίας της ρευστότητας του πολιτικού σκηνικού και της ρευστότητας των πολιτικών ταυτοτήτων κατά τη διάρκεια των κοινοβουλευτικών περιόδων- εμείς είπαμε ότι πρέπει να τεθεί ένα ζήτημα σε σχέση με την προστασία των δικαιωμάτων πολιτικών κομμάτων, τα οποία έχουν εισέλθει στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Αυτό φάνηκε από τη μεριά της μεν Ν.Δ. να διαβάζεται ως αποτέλεσμα του εκβιασμού του κ. Καμμένου προς τον Πρωθυπουργό και από τη μεριά των άλλων κοινοβουλευτικών κομμάτων, δηλαδή και του Ποταμιού και των ΑΝΕΛ, απορρίφτηκε αυτή η πρόταση. Επομένως, τι πιο φυσιολογικό από τη μεριά του Πρωθυπουργού να αποσύρει αυτή την πολιτική πρόταση από το τραπέζι και να πει ότι, ότι εφόσον δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση, εγώ δεν πρόκειται να δώσω τροφή στα ανόητα σενάρια που διακινεί η Ν.Δ., τελείωσε αυτό το κεφάλαιο, πηγαίνουμε παρακάτω. Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, πού ακριβώς είναι το παράδοξο, πού είναι το παράλογο, πού είναι το πολιτικό ζήτημα το οποίο θεωρούμε ότι έχει προκύψει.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Από εδώ και πέρα, σε σχέση με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η Ν.Δ. και η αντιπολίτευση σας λένε ότι είστε μειοψηφία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μας καταγγέλλουν ότι είμαστε μειοψηφία.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Είστε μειοψηφία. Μπορείτε να εξαντλήσετε τη θητεία με αυτούς τους όρους;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ωστόσο, δεν είμαστε. Σας είπα και προηγουμένως: η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, από τη στιγμή που έγινε δεκτή η ψήφος εμπιστοσύνης, μέτραγε 145 συν 6 βουλευτές.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ως Κοινοβουλευτική Ομάδα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν συγκροτείται μόνον από μια Κ.Ο.. Συγκροτείται από τους 145 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ συν τους 6 , εκ των οποίων, σας θυμίζω, ότι οι 3 είναι υπουργοί της κυβέρνησης. Άρα, λοιπόν, νομίζω ότι θα ήταν παράλογο υπουργοί της κυβέρνησης επί της αρχής να διάκεινται αρνητικά απέναντι στα νομοσχέδια, τα οποία καταθέτει και προτείνει η κυβέρνηση.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Γιατί υπήρξε η ανάγκη να αποσταλεί αυτή η επιστολή;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Διότι, η Ν.Δ. επέλεξε, επί σειρά ημερών, να αμφισβητεί ακριβώς την κυβερνητική πλειοψηφία. Πλέον, το τοπίο έχει ξεκαθαριστεί. Πλέον, τα πράγματα κοινοβουλευτικά είναι πάρα πολύ καθαρά, είναι τακτοποιημένα και η Ν.Δ., ακριβώς, επειδή βρίσκεται για άλλη μια φορά σε ένα σημείο όπου διαψεύδεται και καταρρέουν όλες οι ατεκμηρίωτες, αστόχαστες και ανόητες αντιρρήσεις τις οποίες συνήθως προβάλλει, διότι περί αυτού πρόκειται, συνεχίζει –αν θέλετε- με βάση τη δύναμη της αδράνειας, να επαναλαμβάνει το αφήγημα των προηγούμενων ημερών, μέχρι να ανακαλύψει ένα καινούργιο. Αυτή είναι η κατάσταση.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Επειδή λέτε για κατηγορίες, τώρα πάω σε άλλο θέμα. Πριν πάμε στην οικονομία, πάμε σε ένα άλλο θέμα που σας κατηγορεί η αντιπολίτευση: Βενεζουέλα. Θέλω να μας πείτε λίγο, υπάρχουν συναλλαγές με τον Μαδούρο της κυβέρνησης; Επίσης, το άλλο για το οποίο σας κατηγορούν είναι ότι είμαστε σε μια περίοδο πολύ καλών σχέσεων με τις ΗΠΑ. Εναντιωνόμαστε; Κατ΄ αρχάς, είμαστε οι μόνοι στην Ε.Ε, που έχουμε άλλη θέση;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, δεν είμαστε.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω το εξής: Ακόμα και εσείς οι ίδιοι, που προφανώς κάνετε τη δουλειά σας και οφείλετε να ρωτάτε με βάση και αυτά που κάθε φορά υποστηρίζει η αξιωματική αντιπολίτευση, γελάτε με αυτές τις ερωτήσεις. Διότι, συναλλαγή με τους βουλευτές, συναλλαγή με τον Καμμένο, συναλλαγή με τον Μαδούρο, συναλλαγή από εδώ, συναλλαγή από εκεί. Δηλαδή, πρόκειται τώρα για μια κατάσταση πλήρους εξευτελισμού της Ν.Δ. και του επιπέδου του πολιτικού της λόγου. Η Ν.Δ. δεν ήταν αυτό το πολιτικό κόμμα. Ήταν ένα σοβαρό κεντροδεξιό, φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό κόμμα, το οποίο συνήθιζε να κάνει πολιτική κριτική ενός άλφα επιπέδου. Αυτή τη στιγμή, πλέον, έχουμε περάσει σε ένα επίπεδο που πλέον αδυνατεί κανείς να απαντήσει. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βάλει τα γέλια με αυτά που ακούγονται από τη μεριά της Ν.Δ.

Επί της ουσίας τώρα, σε σχέση με τη Βενεζουέλα. Από τη μεριά της Ελλάδας έχει γίνει απολύτως ξεκάθαρο –και βεβαίως δεν είμαστε μόνοι μας, είναι και άλλες χώρες της Ε.Ε., οι οποίες υποστηρίζουν αυτή την πολιτική γραμμή- ότι θα πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί η όξυνση της αντιπαράθεσης στη Βενεζουέλα. Και αυτό, μπορεί να γίνει μόνο μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών, τις οποίες καλέσαμε και βεβαίως, η Ε.Ε. δέχτηκε να πάρει στη Βενεζουέλα, έτσι ώστε οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις να μπορέσουν να εκκινήσουν έναν διάλογο και βεβαίως, να οδηγηθούμε τελικά σε νέες προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές. Για ποιο λόγο; Για να αρθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση σε σχέση με το ποιος έχει τον αποτελεσματικό, αν θέλετε, και δημοκρατικά εγγυημένο έλεγχο στη Βενεζουέλα. Αυτή είναι η πολιτική τοποθέτηση της ελληνικής κυβέρνησης. Και δε νομίζω ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε οποιαδήποτε άλλη θέση, με δεδομένο το γεγονός ότι είμαστε μια κυβέρνηση που πάντοτε στις διεθνείς σχέσεις θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και φυσικά τον κανόνα να μην παρεμβαίνουμε στα εσωτερικά τρίτου κράτους.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Και επειδή έχουμε δύο λεπτά, κύριε Υπουργέ, οι κλασικές ερωτήσεις: Ανασχηματισμός, εκλογές.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω, ότι στις κλασικές ερωτήσεις είναι λογικό να περιμένετε και κλασικές απαντήσεις. Ο ανασχηματισμός δεν προαναγγέλλεται και οι εκλογές, όπως έχουμε πει πάρα πολλές φορές, θα γίνουν τον Οκτώβριο του 2019, καθώς πολιτικός στόχος της κυβέρνησης είναι να εξαντλήσει τη συνταγματική της θητεία.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Πάντως, λείπουν θέσεις στο Υπουργικό Συμβούλιο λόγω της αποχώρησης κάποιων…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν λείπει κάποιος υπουργός, από εκεί και πέρα…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Αντικαταστάθηκε ο κ.Καμμένος

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτά είναι ζητήματα, τα οποία ο μοναδικός που έχει το δικαίωμα να εκφράζεται γι’  αυτά είναι ο Πρωθυπουργός.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Υπουργέ, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ σας ευχαριστώ. Να είστε καλά.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ